Logo
Menu 

Οικολογική Διατροφή

Οικολογική ΔιατροφήΤο τριετές πρόγραμμα ‘LiveWell for low impact food in Europe (LIFE)’ ξεκίνησε τις εργασίες του στις Βρυξέλλες στις 28 Φεβρουαρίου 2012 σε μια ημερίδα που διοργάνωσαν οι ‘Friends of Europe’ και το ‘Διεθνές Ταμείο για τη Φύση (WWF)’ με εκλεκτούς καλεσμένους από τη διεθνή πολιτική και επιστημονική κοινότητα.

Το συγκεκριμένο έργο έχοντας υπόψη τις δυο μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η σύγχρονη κοινωνία, (α) την αύξηση της εμφάνισης χρόνιων παθήσεων και (β) την ανεξέλεγκτη κλιματική αλλαγή, αναζητά μια βιώσιμη λύση για την ταυτόχρονη αντιμετώπισή τους. Υπό αυτό το πρίσμα, καίρια ερωτήματα εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις: Ποια είναι τελικά τα όρια της ανάπτυξης; Πώς μπορεί η γη να φιλοξενήσει τον αναμενόμενο πληθυσμό των 10 δισεκατομμυρίων μέχρι το 2050?  Στόχος είναι το πλέγμα φαγητό-νερό-ενέργεια, το οποίο αποτελεί τη δομική μονάδα της ζωής στον πλανήτη, να βρίσκεται σε ισορροπία! 

Λίγα λόγια για το πρόγραμμα:

Το πρόγραμμα οφείλει την ύπαρξή του στην ασυνέπεια που παρατηρήθηκε, σε ένα συγκριτικό πλαίσιο, μεταξύ των διατροφικών συστάσεων της Μεγάλης Βρετανίας ‘EatWell Plate’ και της πραγματικής μέσης διατροφής των πολιτών. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κατανάλωναν αρκετά φρούτα, λαχανικά και υδατάνθρακες, σε αντίθεση με τις πρωτεΐνες και τα επεξεργασμένα τρόφιμα, που ήταν πάρα πολύ υψηλά στις προτιμήσεις τους. Το WWF χρησιμοποίησε την ίδια προσέγγιση του ‘EatWell Plate’ και πρόσθεσε τα κριτήρια της αειφορίας και της βιωσιμότητας για την ανάπτυξη των βασικών αρχών του προγράμματος καταδεικνύοντας την πλήρη συνέργεια μεταξύ της διατροφικής καθοδήγησης και των υπολογισμών περί βιωσιμότητας.  Η ίδια προσέγγιση θα εφαρμοστεί πιλοτικά σε τρεις χώρες: Γαλλία, Ισπανία και Σουηδία, οι οποίες έχουν διαφορετικά μοντέλα στη γεωργία, στο λιανικό εμπόριο αλλά και στο διατροφικό πολιτισμό. Για κάθε χώρα, οι ερευνητές θα προσδιορίσουν τις διατροφικές τάσεις και θα δημιουργήσουν ένα εθνικό πρόγραμμα ‘Live Well’, χρησιμοποιώντας τη μορφή των εθνικών διατροφικών οδηγιών. Παράλληλα, θα διερευνήσουν ‘αν κοστίζει πιο ακριβά το να τρως περισσότερο υγιεινά και με βιώσιμο τρόπο’.  Τέλος, για να προσδιοριστούν οι προκλήσεις και οι ευκαιρίες για την εφαρμογή των συστάσεων, θα δημιουργηθεί ένα δίκτυο ενδιαφερόντων φορέων από όλη την τροφική αλυσίδα.

Σημειώνουμε ότι, η ΕΕ έχει δεσμευθεί να μειώσει τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου (GHG) κατά τουλάχιστον 20% έως το 2020. Η παραγωγή και η κατανάλωση τροφίμων αντιπροσωπεύει περίπου το 1/3 αυτών των εκπομπών. Δεδομένου ότι το 1/3 της εμφάνισης των διαφόρων τύπων καρκίνου αλλά και των καρδιαγγειακών παθήσεων προκαλούνται από την κακή διατροφή, η βελτίωση της διατροφής θα μπορούσε να βοηθήσει όχι μόνο το περιβάλλον, αλλά να γίνει και ο πιο σημαντικός παράγοντας για τη μείωση της εμφάνισης των ασθενειών στην Ευρώπη.

Έτσι, κατά τα τη διάρκεια της ημερίδας, οι ομιλητές από το WWF σκιαγράφησαν την επείγουσα ανάγκη για αλλαγή και τη σημασία της μελέτης του τομέα της Διατροφής υπό το πρίσμα της Δημόσιας Υγείας και του Περιβάλλοντος. Η αειφορία, λοιπόν, αναγορεύεται ως μια έννοια πολύ ευρύτερη και σημαντικότερη από ότι τα τροφοχιλιόμετρα (food miles), η δαπανώμενη ενέργεια, η χρήση νερού και λιπασμάτων, η τιμολόγηση και η διαθεσιμότητα, η συσκευασία, η απόσταση και ο τύπος των μεταφορών που εμπλέκονται. Το φαγητό δεν είναι απλά ένα εμπόρευμα! Παρουσιάζει ποικίλες εκφάνσεις με τεράστια πολιτιστική σημασία και ταυτότητα, με συναισθηματισμούς και ευαισθησία. Εξάλλου, ο τρόπος που μεγαλώνουμε, παράγουμε και καταναλώνουμε τρόφιμα έχει επιπτώσεις στον πλανήτη και αυτό πρέπει να το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη,

Μάλιστα, η Catherine Bearder, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τόνισε τη ‘σιωπηλή κρίση’ της βιοποικιλότητας και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «πλησιάζουμε γρήγορα το σημείο καμπής που απειλεί τη βιοποικιλότητα της διατροφικής αλυσίδας, η οποία συντηρεί τη ζωή στον πλανήτη».

Οι ομιλητές από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την άλλη πλευρά, περιέγραψαν την συνάφεια του έργου με τις διάφορες στρατηγικές πρωτοβουλίες της ΕΕ που αποβλέπουν στη μείωση της έντασης του αποτυπώματος του διατροφικού τομέα. Αυτές περιλαμβάνουν (α) μείωση των αποβλήτων των τροφίμων χωρίς να αυξηθεί το κόστος για τους καταναλωτές, (β) οικολογικά σήματα-ετικέτες για τα φρούτα και τα λαχανικά και (γ) βελτίωση της γνώσης και της ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με την ημερομηνία λήψης των προϊόντων, δηλαδή το πώς να ερμηνεύει τις ετικέτες των τροφίμων για την ‘Ανάλωση κατά προτίμηση πριν’ και ‘Ημερομηνία Λήξης’.  Σε αυτή την κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναπτύξει πρακτικά εργαλεία για τους καταναλωτές. Για παράδειγμα, ‘η ημερομηνία λήξης’ θα αναφέρεται στην μικρο-βιολογική ασφάλεια των τροφίμων και οι λιανοπωλητές θα περιλαμβάνουν πάντα ένα επιπλέον χρονικό περιθώριο. Η φράση ‘Ανάλωση κατά προτίμηση πριν’ θα αναφέρεται στο χρονικό πλαίσιο για την ποιότητα του προϊόντος, π.χ. γεύση και υφή.

Οικολογική ΔιατροφήΤο πλάνο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνει ότι οι καλύτερες διατροφικές συνήθειες μπορεί να επιτρέψουν τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και την καλύτερη υγεία. Δυστυχώς υπάρχουν πολλά εμπόδια για την υλοποίηση αυτών των αλλαγών, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου γνώσεων, των αγοραστικών και καταναλωτικών συνηθειών καθώς και διαφόρων δομικών ζητημάτων. Υπάρχουν τρόποι για να υποστηριχθεί η αλλαγή, όπως η χρήση οικονομικών κινήτρων, η βελτίωση της ευαισθητοποίησης των καταναλωτών και οι δεσμεύσεις των φορέων όλης της διατροφικής αλυσίδας. Επίσης η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το πρόγραμμα ‘Roadmap for a Resource Efficient Europe’ θέτει ως στόχο τη μείωση κατά 20% στην εισροή πόρων στην τροφική αλυσίδα και τη μείωση κατά 50% στα τρόφιμα που καταλήγουν στα απορρίμματα, μέχρι το 2020. Ένα απλό μέτρο αποτελεί ο περιορισμός, εκ μέρους των καταναλωτών, της αγοράς μόνο των οπτικά ‘τέλειων’ φρούτων και λαχανικών από τις αγορές, ο όποιος θα μειώσει αισθητά το ποσοστό των τροφίμων που καταλήγουν στα απορρίμματα.

Από την άλλη πλευρά, η αλλαγή της συμπεριφοράς και νοοτροπίας είναι μια δύσκολη και πολύπλοκη διαδικασία, αλλά παράλληλα και μια ιδιαίτερη πρόκληση στον τομέα της διατροφής. Αν πρόκειται να πείσουμε τους καταναλωτές να αλλάξουν την συμπεριφορά τους, αυτό πρέπει να γίνει σωστά. Το φαγητό είναι μια αναγκαιότητα, αλλά αποτελεί επίσης μια πηγή απόλαυσης και σίγουρα μέρος της πολιτιστικής ταυτότητας. Έτσι το φαγητό είναι ένα πολύ προσωπικό και συναισθηματικό θέμα. Όμως παρά τα σταθερά και σαφή μηνύματα για τις επιπτώσεις στην υγεία από τη σχέση υγείας και διατροφής, στις αναπτυγμένες χώρες, η πλειοψηφία του πληθυσμού συνεχίζει να είναι υπέρβαρη ή παχύσαρκη. Μέχρι στιγμής, οι προσπάθειες για την αλλαγή της διατροφικής συμπεριφοράς έχουν περιορισμένη επιτυχία, εν μέρει λόγω της μη άμεσης εμφάνισης των αρνητικών επιπτώσεων της κακής διατροφής, ενώ οι μηχανισμοί ανάδρασης είναι αδύναμοι. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει διερευνήσει πώς η αλλαγή στην συμπεριφορά θα μπορούσε να επηρεάσει τις εκπομπές CO2 στους τομείς της αποθήκευσης, της μεταφοράς, του συστήματος των τροφίμων. Έχει διαμορφώσει τις πιθανές επιπτώσεις των τριών αλλαγών των διατροφικών συνηθειών (χορτοφαγία, υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή). Εκτός από την καλύτερη κατάσταση της υγείας, τα αποτελέσματα έδειξαν παράλληλα οφέλη από τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην αλυσίδα των τροφίμων. Επομένως, πρέπει να γίνει κατανοητό στο ευρύ κοινό ότι ο σημερινός τρόπος παραγωγής και κατανάλωσης των τροφίμων δεν είναι βιώσιμος και για αυτό απαιτούνται ευρείας κλίμακας αλλαγές αμοιβαίους οφέλους για τους ανθρώπους αλλά και τον πλανήτη. Η αλλαγή των διατροφικών συνηθειών, όπως η αυξημένη κατανάλωση τοπικών και εποχικών φρούτων και λαχανικών, η μικρότερη κατανάλωση κρέατος ως κύριο πιάτο, η μικρότερη κατανάλωση των ιδιαίτερα επεξεργασμένων τροφίμων που είναι πλούσια σε ζάχαρη, λίπος και αλάτι, το μικρότερο ποσοστό  φαγητού στα απορρίμματα καθώς και  το δικαιότερο εμπόριο των τροφίμων, αποτελούν την αιχμή του δόρατος της νέας διατροφικής διπλωματίας. Στην πραγματικότητα αυτό που τρώμε είναι μια μοναδική ευκαιρία για να αποφασίσουμε να μειώσουμε το προσωπικό οικολογικό αποτύπωμα!

Όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς συμφώνησαν στην ανάγκη για νέους, καινοτόμους και κυρίως απλούς τρόπους για τη μείωση της εξάντλησης των πόρων αλλά και τη μείωση στις εκπομπές CO2 στην τροφική αλυσίδα. Δουλεύοντας με τον παραγωγό, τη λιανική πώληση, τους καταναλωτές και τα δίκτυα-φορείς υγείας, είναι δυνατόν να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ της χρήσης των πόρων και των τροφίμων. Όσον αφορά στην τιμολογιακή πολιτική θα έπρεπε οι τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές όταν αγοράζουν τρόφιμα να  αντικατοπτρίζουν και το πραγματικό κόστος από την άποψη και του περιβάλλοντος και της υγείας. Η άνοδος της στάθμης της φτώχειας παγκοσμίως και η μειωμένη πρόσβαση σε ποιοτικά νωπά τρόφιμα στην ολοένα αυξανόμενη αστικοποίηση της Ευρώπης, αποτελεί ‘πονοκέφαλο’ στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής για τα τρόφιμα. Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη είναι ήδη ορατές. Μια πρόσφατη έρευνα στη Βρετανία έδειξε μια πτώση σχεδόν του 30% της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών σε οικογένειες με χαμηλότερο εισόδημα ενώ έχουν μειωθεί οι πωλήσεις και των βιολογικών τροφίμων. Οι τελικές αποφάσεις και δράσεις για τη διατροφική βιωσιμότητα πρέπει να διασφαλίζουν ότι είναι δίκαιες και προσβάσιμες από όλους ανεξάρτητα από το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο.

Η καλή χρονική στιγμή του συγκεκριμένου προγράμματος αναγνωρίστηκε επειδή υπάρχουν στο άμεσο μέλλον αρκετές ευκαιρίες να συμβάλει σε καίριας σημασίας διαδικασίες της ΕΕ, όπως η ανάπτυξη του ‘Communication on Sustainable Food’, η μεταρρύθμιση της Κοινής Αγροτικής και Αλιευτικής Πολιτικής, ή οι νέες ενημερώσεις για την επισήμανση των τροφίμων.

Ως βασική εισαγωγική και εξαγωγική αγορά, η ΕΕ θα μπορούσε να ασκήσει ηγετικό ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο δίνοντας προτεραιότητα στη βιωσιμότητα του συστήματος των τροφίμων στην εσωτερική και διεθνή πολιτική καθώς και στις εμπορικές σχέσεις.

Παναγιώτης Α. Βαραγιάννης M.Med.Sc.

Κλινικός Διαιτολόγος-Διατροφολόγος

Γενικός Γραμματέας Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων-Διατροφολόγων

 

 

Print Friendly